back

02/17 ΑΘΗΝΑ: ΕΠΙΣΗΜΗ/ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ

Σημείωμα του επιμελητή

Γεώργιος Α. Πανέτσος

 
Τo ζεύγος ‘επίσημο/αυθαίρετο’ δεν συνιστά κατά κυριολεξίαν αντιθετικό δίπολο. Ωστόσο, αναζητώντας τα συνώνυμα των δυο συνθετικών του με πεδίο αναφοράς την αρχιτεκτονική, η εντύπωση του διπόλου μοιάζει να ενισχύεται και αναδύονται αποχρώσεις που τα κάνουν κατάλληλα από κοινού, ως κλιμάκωση ιδιοτήτων, να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν την Αθήνα και την αρχιτεκτονική της και, θεωρητικοποιούμενα, να αποτελέσουν αφετηρία νέου σχεδιασμού.

Επίσημος σημαίνει κατάλληλος για απαιτητική λειτουργία και περίσταση (ειδικά τελετή), τελούμενος ενώπιον κοινού, προερχόμενος από δημόσια αρχή, νόμιμος, γενικά αποδεκτός, κανονικός, σύμφωνος προς τους κανόνες –άρα σχεδιασμένος, τυπικός–, ‘κανονικά’ συνήθης, πραγματικός, ουσιαστικός, αυστηρά λογικός. Κάθε τι επίσημο έχει να κάνει με το σήμα και τη μορφή, με το δημόσιο και το σύνολο.

Aυθόρμητος σημαίνει παρορμητικός, απρόκλητος, άρα και μη υποκείμενος σε εξωτερικούς καθορισμούς, κανόνες, σχέδια, άρα ποικίλος, άτυπος, αυθαίρετος, άρα ίσως και μη νόμιμος, μη ευρέως αποδεκτός, μη εντελώς κανονικός. Mπορεί να αναφέρεται σε πρόσωπα, ενέργειες ή γεγονότα. Kάθε τι αυθόρμητο έχει να κάνει με την ιδίαν ορμή και την απουσία εξωτερικής παρότρυνσης, με το ιδιαίτερο και το ιδιωτικό.

Tο τεύχος αυτό των ΔΟΜΩΝ συγκεντρώνει στοιχεία από την ιστορία και την επικαιρότητα του επίσημου και του αυθαίρετου στοιχείου της Αθήνας, σε αρχιτεκτονική και αστική κλίμακα, με αφετηρία την πρόταση του Karl Friedrich Schinkel για την ανέγερση βασιλικού ανακτόρου επάνω στην Ακρόπολη: επίσημη, σαφώς, αλλά και ανεπίσημη σε πολλές της λεπτομέρειες, αυθόρμητη στα μεταβλητά στοιχεία της, όπως τα πετάσματα και τα σκιάδια, οριακά αυθαίρετη ακόμη και μέσα στη νοοτροπία της εποχής που είχε προηγηθεί, εξ ου και η απόρριψή της από τον Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, γνωστό για τη σεμνότητα, αλλά και τη συχνά ευτελή αμφίεσή του.

Ωστόσο, η πόλη, ήδη από την αρχαιότητα, είναι ο τόπος του πολιτισμού και του λόγου, ο τόπος του σκοπού και της τάξης, σε αντίθεση με την ύπαιθρο, όπου κυριαρχεί το –πρωτογενές, ανερμήνευτο και μαγικό– αυθόρμητο. Μας το θυμίζει ο Serlio, με την ‘τραγική’, την ‘κωμική’ και την ‘αγροτική’ (ή σατιρική) σκηνή του, στο τέλος του δεύτερου βιβλίου του, ‘Περί Προοπτικής’, αναφερόμενος στον κατ’ αναλογίαν χώρο του θεάτρου. Εκεί η προοπτική είναι κατασκευασμένη πραγματικότητα αντιληπτή από τους λίγους, ενώ οι υπολογισμένες εντυπώσεις απευθύνονται στους πολλούς. H ‘τραγική σκηνή’ έχει μόνο ‘ευγενή’, δηλαδή επίσημα, τυπικά, κτήρια, ενώ η ‘κωμική’ αναδεικνύει τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του ύφους, περιλαμβάνοντας μιαν ανοιχτή στοά και ένα ‘μοντέρνο’, δηλαδή γοτθικό, κτίσμα, ακόμα και μια διαφήμιση, την επιγραφή ‘ruf[fiana]’ έξω από την πόρτα της προαγωγού. Η ‘αγροτική’ πάλι αποτελείται από ένα τοπίο, που ποικίλουν μερικές ‘αγροτικές καλύβες’. O ίδιος Serlio ‘κανονικοποίησε’ τους κλασσικούς ρυθμούς με την πρακτικού προσανατολισμού πραγματεία του, που απευθυνόταν εξ ίσου στον αρχιτέκτονα, τον οικοδόμο και τον τεχνίτη.

Η νεότερη Αθήνα διχάζεται, όσο λίγες άλλες πόλεις, ανάμεσα στο επίσημο και το αυθαίρετο, το τυπικό και το άτυπο. Παρά την ομοιογένειά της, είναι εν τέλει προσανατολισμένη προς την ‘κωμική’ σκηνή. Η ασφάλεια μιας τυπολογικής αρχιτεκτονικής, αυτής του αρχιτεκτονικού τύπου του domino, της πολυκατοικίας, αναγνωρίζεται ότι της παρέχει την όποια ποιότητα διαθέτει. Αυτή η γενετική, η τυπική/τυπολογική επανάληψη, παραδόξως, ασκήθηκε κατά την αντιφατική περίοδο του μοντερνισμού, δηλαδή των –κατ’ αρχήν– μη τυπικών και κυρίως μη τυπολογικών ‘λύσεων’, αλλά και της προκατασκευασμένης (ή μη) επανάληψης.

H ελάχιστη, τυποποιημένη, αρχιτεκτονική της Aθήνας γίνεται τελικά το υπόβαθρο της ποικιλίας, είτε με την ανομοιογενή συντήρηση, είτε με την ελεύθερη ασυντόνιστη επέμβαση. Kι αν το αυθόρμητο, το παραδοσιακό ανώνυμο της υπαίθρου ή το ανώνυμο αυθαίρετο της αστικής πε-ριφέρειας –με τις μεταλλαγές τους– αποτελούν τα πάγια πρότυπα μιας νέας (ριζοσπαστικής;) αρχιτεκτονικής από τον μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, τι γίνεται με το σύνολό τους, την πόλη; Πόσο αυθόρμητη μπορεί να είναι η πόλη; Ποιά η σχέση της με την παραγωγική πόλη, που δεν σέβεται τα αρχιτεκτονικά στυλ και δεν χρειάζεται ρητορική στήριξη; 

Πόσο επίσημο είναι ή μπορεί να είναι το επίσημο, πόσο αυθαίρετο το αυθαίρετο; Το αυθαίρετο ‘φωτογραφίζεται’ στον νόμο, γίνεται τεχνικώς νόμιμο, γίνεται τελικά κανονικό.

Ο εκπαιδευμένος και ο πεπαιδευμένος αρχιτέκτονας μόνο να υποδυθεί είναι δυνατόν τον ανώνυμο τεχνίτη ή τεχνικό, εφ’ όσον έχει μάθει να κρίνει, να επιλέγει, να συνδυάζει, αντί απλώς να επαναλαμβάνει δεδομένους συνδυασμούς. Μόλις η οικοδομική απομακρυνθεί από την ικανοποίηση της στοιχειώδους ανάγκης και τη νομοτέλεια της πρωτογενούς τεχνικής, μπαίνει στο πεδίο του νοήματος, διεκδικεί να γίνει αρχιτεκτονική. Τότε, πρέπει πια να αντιμετωπισθεί με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια της τέχνης, όχι μέσα από την ηθικολογική –πολλώ μάλλον ενοχική– επίκληση της πολιτικής ή τη γνωσιολογικά καταχρηστική χρήση της κοινωνιολογίας. Η τέχνη δεν μπορεί παρά να έχει συνείδηση του εαυτού της. Ασκεί εξ αρχής την ελευθερία της έκφρασης και ελέγχει τα όριά της. Η αρχιτεκτονική εντοπίζεται μόνο εκεί όπου υπάρχει βούληση μορφής και συνείδηση – αποτέλεσμα (συμβολικής) αναπαράστασης. 

back